Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Ηλίας Χαλιγιάννης: Αυτή είναι η αλήθεια για τα ΜΥΣΥΦΑ

· Το 36% της παγκόσμιας αγοράς φαρμάκου αντιπροσωπεύουν τα χαρακτηριζόμενα ως μη-υποχρεωτικώς συνταγογραφούμενα φάρμακα το οποίο ανέρχεται στο ποσό των περίπου 29 δις€. Για το έτος 2014, μελέτες δείχνουν οτι το 90,4% του κύκλου εργασιών της αγορας υγείας μόνο για τα OTC, σε 22 χώρες της Ευρώπης, επιτυγχάνεται μέσα από ένα σύνολο 208.750 φαρμακείων, ενώ το υπόλοιπο 9,6% είναι προσβάσιμο μέσω των supermarkets και άλλων καταστημάτων πώλησης[James W Dudley - Author of OTC Distribution in Europe ]. (Γιατί αυτή η εμμονή με την απελευθέρωση;)

· Ι) Καθώς οι προϋπολογισμοί των κρατών για τη φαρμακευτική δαπάνη συνέχισαν να...


... αυξάνονται χρόνο με το χρόνο υπήρξε η πρωτοβουλία να μεταφέρουν το κόστος του φαρμάκου που κάλυπταν τα ασφαλιστικά ταμεία στον καταναλωτή. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι αυτή η μετατόπιση της ευθύνης από την Πολιτεία στον καταναλωτή, θα διευκόλυνε από τη μια την πρόσβαση του κοινού στα φάρμακα αλλά παράλληλα θα πετύχαινε επιπρόσθετη οικονομική αποδοτικότητα στη φαρμακευτική βιομηχανία η οποία πίεζε προς αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα μάλιστα σε περιπτώσεις όπου πλησιάζει το τέλος της προστασίας, των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και θα μπορούσε να επανεκτιμηθεί η χρήση τους ως ΜΥΣΥΦΑ.

ΙΙ)η τάση για απελευθέρωση από το καθεστώς του POM (Prescription Only Medicines – UK) έχει επίσης υποστηριχθεί από το επάγγελμα του φαρμακοποιού, ως τρόπος επέκτασης του φάσματος των αποτελεσματικών συμβουλών και θεραπειών που μπορούν να παρέχουν στους ασθενείς. Η «απορρύθμιση» αυτή έδωσε τη δυνατότητα στους φαρμακοποιούς να χρησιμοποιήσουν πληρέστερα τις ικανότητές τους. Έτσι λοιπόν, δόθηκε η ευκαιρία στο φαρμακοποιό, να αξιοποιήσει το επάγγελμα πληρέστερα και στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης υπηρεσίας φροντίδας υγείας, η οποία αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο σε επίπεδο πολιτικής από την πλευρά της βρετανικής κυβέρνησης. Πράγμα το οποίο και θεσμοθετήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς πλήρη δικαιώματα συνταγογράφησης έχουν εκτός των γιατρών και άλλοι επαγγελματίες υγείας, όπως νοσηλευτές και φαρμακοποιοί, εφ’ όσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

· Ο ρόλος του φαρμακοποιού όσον αφορά τα ΜΥΣΥΦΑ, είναι να εξασφαλίσει, ότι τα φάρμακα που διατίθενται στο πλαίσιο των όρων της άδειας OTC (η οποία μπορεί να είναι πιο περιορισμένη από ό,τι η ένδειξη για την προκαθορισμένη χρήση) και που μπορούν να εμφανίσουν δυνητικές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων (τόσο με άλλα ΜΥΣΥΦΑ όσο και με συνταγογραφούμενα φάρμακα), αξιολογούνται από τον ίδιο, με συνέπεια να αποφεύγεται η χορήγηση τους σε άτομα με αντενδείξεις στα σκευάσματα αυτά.

· Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα ένα από τα πιο συχνά OTC φάρμακα που πωλούνται εκτός των φαρμακείων όπως η ibuprofen, ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες αναλγητικό, κλινικές μελέτες προειδοποιούν, οτι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται μακροπρόθεσμα (πάνω από επτά ημέρες συνεχώς), όπως επίσης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή με ορισμένα αντιυπερτασικά φάρμακα, και δεν θα πρέπει να λαμβάνεται από άτομα με ιστορικό πεπτικού έλκους ή άσθμα. Αν και αυτό φαίνεται απατηλά απλό, καταναλωμένο και τετρημένο ως επιχειρημα, στην πραγματικότητα γνωρίζουμε ότι οι κατευθύνσεις αυτές δεν τηρούνται, όπως αποδεικνύει και μια μακρόχρονη μελέτη παρακολούθησης των αγοραστών της ιβουπροφαίνης στη Σκωτία.

Τέτοιου είδους ευρήματα συμφωνούν με παρόμοιες μελέτες και σε άλλες χώρες, καθώς πιθανοί κίνδυνοι οφείλονται σε ανούσια ή μή ενδεδειγμένη κατανάλωση αναλγητικών και μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων από το ευρύ κοινό. Καθώς όμως κινούμαστε προς μια κουλτούρα αυτο-φροντίδας, το εύρος των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων όπως και ο αριθμός των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούν τους, συνεχώς αυξάνεται και πιθανότατα να αυξηθεί ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Οι συστάσεις ωστόσο της Παγκόσμιας επιστημόνικής κοινότητας, υπογραμμίζουν την ανάγκη για τη συνέχιση και τη βελτίωση της φαρμακοεπαγρύπνησης μη υποχρεωτικώς συνταγογραφούμενων φαρμάκων όπου δυστυχώς στην Ελλάδα η λειτουργία και η δομή της δε βρίσκεται ακόμα σε ικανοποιητικά επίπεδα έτσι ώστε να συμβάλλει αποτελεσματικά στην πληροφόρηση και προστασία του καταναλωτικού κοινού. 

Μελλοντικές εργασίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν αναφορές για την έκταση της ακατάλληλης χρήσης των φαρμάκων που χορηγούνται χωρίς συνταγή, μεθοδολογικές εργασίες στη φαρμακοεπαγρύπνηση, και περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις μεθόδους παροχής συμβουλών στο κοινό. Κάτι τέτοιο, μπορεί να επιτευχθεί μόνο, μέσα από την αξιοποίηση του ειδικού επιστήμονα υγείας για το φάρμακο, φαρμακοποιού.

· Το παράδειγμα της Σουηδίας σχετικά με την απαγόρευση της ευρείας διάθεσης της παρακεταμόλης εκτός των φαρμακείων λόγω αύξησης των δηλητηριάσεων κατα 40% (απο 1000 κρούσματα σε 1500) έρχεται να επιβεβαιωσει στην πράξη τον κινδυνο που εγκυμονει και στην Ελλάδα η απελευθέρωση των ΜΥΣΥΦΑ σε άλλα κανάλια διανομής.

· Σχετικά με τα δισκία δικλοφαινακης στο Ηνωμένο Βασίλειο: δεν είναι πλέον διαθέσιμα ως μη αποζημιούμενα (OTC) φάρμακα στο Ηνωμένο Βασίλειο από τις 15 Ιανουαρίου 2015 λόγω της αύξησης του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών επιπλοκών, όπως ανακοίνωσε ο Βρετανικός Οργανισμός φαρμάκων. Η επιτροπή του Ηνωμένου Βασιλείου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτές οι παρενέργειες δεν μπορεί να αποκλειστούν ακόμη και όταν η δικλοφενάκη έχει ληφθεί για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ή σε χαμηλότερη δόση, και ενημέρωσε ότι δεν είναι πλέον κατάλληλο ως ένα μη αποζημιούμενο φάρμακο.

· Επίσης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μελέτης, καταγράφονται περίπου 15.000 θάνατοι κάθε χρόνο από συστηματική κατανάλωση ασπιρίνης και ιβουπροφαίνης στις χώρες της Β. Αμερικής, ενώ σύμφωνα με άλλη έρευνα, ο συνδυασμός παρακεταμόλης και ibuprofen, ακόμα και σε χαμηλή δοσολογία, μπορεί να προκαλέσει διαφορετικού βαθμού αιμορραγία σε ειδικούς πληθυσμούς.

· Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρξει μια ατζέντα πολιτικής για την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την ανάγκη για την αντιμετώπιση της αλόγιστης χρήσης ΜΥΣΥΦΑ, η οποία θα επικεντρώνεται στον επιστημονική συμβολή και συμβουλή του φαρμακοποιού. Θα πρέπει να υπενθυμιστεί επίσης ότι, παρά το γεγονός ότι τα ΜΥΣΥΦΑ διαφημίζονται στο κοινό μέσα από τα ΜΜΕ, δεν αποτελεί σε καμία των περιπτώσεων ένα συνηθισμένο εμπόρευμα. Η αλλαγή στο ρυθμιστικό καθεστώς από ΡΟΜ σε P ή OTC, δεν μεταβάλλει τις φαρμακολογικές και θεραπευτικές ιδιότητες ενός φάρμακου ή τη δυνατότητά του να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες. Όσο δε για συμπτώματα ήσσονος σημασίας, όπως κρυολόγημα, βήχας, μυαλγίες, αρθραλγίες, ο φαρμακοποιός αποδεικνύεται οτι είναι η πρώτη προτιμώμενη επιλογή των ασθενών για συμβουλές επάνω στη χρήση των OTC. Ως εκ τούτου, Θα πρέπει να εφαρμοστεί η δυνατότητα συνταγογράφησης από τον ίδιο και παράλληλα καταχώρηση του φαρμακολογικού σχήματος που αφορά ΜΥΣΥΦΑ, έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνεται η χρήση τους στο μητρώο του κάθε ασθενή, σε ένα σύστημα αντίστοιχο της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης το οποίο θα διαχειρίζεται ο φαρμακοποιός και θα λειτουργεί ως ένα επιπλέον απόλυτα αναγκαίο “σύστημα επιτήρησης” του Έλληνα ασθενή. Ένα τέτοιο σύστημα επιτήρησης θα λειτουργήσει παράλληλα και ως πολύτιμη προσθήκη στο σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης σχετικά με την ασφάλεια των συνταγογραφούμενων φαρμάκων και τις αλληλεπιδράσεις τους με ΜΥΣΥΦΑ, οι οποίες χρήζουν περαιτέρω διερεύνυσης και ολοκληρωμένης τεκμηρίωσης.

· Η απορρύθμιση της αγοράς σχετικά με το χαρακτηρισμό ορισμένων δραστικών ουσιών ως ΜΥΣΥΦΑ, μπορεί μεν σε ελάχιστες περιπτώσεις να λειτούργησε θετικά, στις περισσότερες όμως απο αυτές, καταγράφηκαν αρνητικές επιπτώσεις σε οικονομικό επίπεδο, σχετικά με την εξοικονόμηση πόρων του κράτους όσον αφορά την περιστολή της φαρμακευτική δαπάνη. Πχ. για τη δραστική ουσία acyclovir, ο χαρακτηρισμός της ως OTC για τη θεραπεία του απλού έρπητα, έδειξε οτι η συνταγογράφηση για τις περιπτώσεις αυτές μειώθηκε δραστικά και το όφελος για το NHS υπήρξε σημαντικο. Κάτι τέτοιο όμως δεν παρατηρήθηκε για τους Η2 αναστολείς όπως η σιμετιδίνη, η φαμοτιδίνη και η ρανιτιδίνη που χορηγούνται σε περιπτώσεις έλκους, καθώς το αποτέλεσμα της δυνατότητας για αυτοθεραπεία των στομαχικών διαταρραχών (δυσπεψία), αύξησε τον πληθυσμό που χρησιμοποιούσε OTC φάρμακα (κυρίως αντιόξινα) και μάλιστα άλλων ακριβότερων προϊόντων με παρόμοια δράση. Όταν το κοινό συνειδητοποίησε μετά από μακρόχρονη χρήση την αναποτελεσματικότητά της ίασης σε σχέση με την κλασσική θεραπεία, αυτό μεταφράστηκε σε μία επιστροφή στην ιατρικη φροντίδα αλλά και σε αύξηση της συνταγογράφησης, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί από τη μία περισσότερο το NHS αλλά παράλληλα να καταγραφεί και άυξηση του κόστους αυτοφροντίδας που δαπάνησε ο καταναλωτής-ασθενής.

· Δεδομένου οτι η Ελλάδα διαθέτει το πλουσιότερο δίκτυο φαρμακείων στην Ευρώπη, αποκτάει εκ των πραγμάτων το πλεονέκτημα της ευκολότερης προσβασιμότητας του κοινού στα φαρμακεία, σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Ο αυξημένος αριθμός τους (σε σύνολο 11.000, 1/1000 κατοίκους), εξυπηρετεί και καλύπτει πλήρως τις ανάγκες των πολιτών-καταναλωτών-ασθενών στην παροχή τόσο συνταγογραφούμενων όσο και των ΜΥΣΥΦΑ. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα

α) τη μέγιστη λειτουργία και κερδοφορία της φαρμακευτικής αλυσίδας σε επίπεδο συναλλαγών και κεφαλαιακής κίνησης (παρ’ όλα τα διαρκώς μειούμενα μακροοικονομικά μεγέθη λόγω της γενικότερης ύφεσης) και τη - σε σημείο κορεσμού- οικονομική αναπτυξιακή δυνατότητα των φαρμακευτικών εταιρειών που προκύπτει από τα υπεράριθμα σημεία διάθεσης(φαρμακεία) των OTC.

β) την ελαχιστοποίηση των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών των OTC, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι δυνητικά θανατηφόρες, όπως πχ. σε περιπτώσεις ευαισθησίας, συγχορήγησης, συν-νοσηρότητας και χορήγησής τους σε ειδικούς πληθυσμούς (έγκυες, θηλάζουσες, παιδιά) καθώς η επιστημονική συμβουλή και καθοδήγηση του φαρμακοποιού, είναι περισσότερο ευφικτή αποτρέποντας περιστατικά δηλητηριάσεων.

γ) την αποφυγή της άσκοπης πολυφαρμακίας και κατάχρησης φαρμάκων, η οποία θα λειτουργούσε εις βάρος της Δημόσιας Υγείας καθώς θα επιβάρυνε άλλους δείκτες στο χώρο της Υγείας, σε επίπεδο β΄θμιας περίθαλψης. Συνεπώς, η ανεξέλεγκτη διάθεσή τους στον ελληνικό χώρο, αποδεδειγμένα, θα λειτουργούσε αρνητικά στην προσπάθεια περιστολής των δαπανών Υγείας.

δ) τη διατήρηση του σεβασμού και της υπευθυνότητας από την πλευρά του πολίτη στην ειδική μεταχείρηση, φροντίδα και θεραπευτική δράση της φαρμακολογικής ουσίας του σκευάσματος, καθώς δεν αποτελεί έκπληξη των γεγονός οτι σε χώρες όπου απελευθερώθηκαν τα OTC σε άλλα κανάλια διανομής, ένας σημαντικός αριθμός αγοραστών χρησιμοποίησε αυτά τα φάρμακα εκτός των ορίων της άδειας, ενδείξεων και δοσολογικού σχήματος, όπως αυτα περιγράφονται ως ΜΥΣΥΦΑ.

· Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τονιστεί οτι στην Ελλάδα, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης μέχρι και σήμερα ο όρος ΜΥΣΥΦΑ έχει ταυτιστεί με των όρο ΜΗΑΦΑ (1284 εμπορικά σκευάσματα, 115 δραστικών ουσιών το 2012), καθώς η συνεχής προσπάθεια για τον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης, είχε σαν αποτέλεσμα, την εξαίρεση αρκετών φάρμακων από τη συνταγογράφηση, χωρίς όμως αυτά να κατοχυρώνουν στο σύνολό τους τον επιστημονικό όρο και τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως ΜΥΣΥΦΑ (πχ. Αρνητική Λίστα). 

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό, τόσο στο κοινό όσο και στους επαγγελματίες υγείας, οτι το σημερινό Μη συνταγογραφούμενο φάρμακο, είναι το μέχρι πρότεινως συνταγογραφούμενο φάρμακο που χορηγούσε ιατρός συγκεκριμένης ειδικότητας. 

Συνεπώς, τυχόν απελευθέρωση των μη αποζημιούμενων φαρμάκων σε άλλα κανάλια εκτός των φαρμακείων δε θα σημαίνει σε καμία περίπτωση εναρμόνιση με το καθεστώς που υπάρχει σε άλλες χώρες της Ευρώπης αλλά σε μιμητισμό με αδιευκρίνιστα και «σκοτεινά» μάλιστα κίνητρα, κατά τον οποίο αναμφισβήτητα θα παρακάμπτονται και θα αίρονται επιστημονικοί και δεοντολογικοί φραγμοί που δεν εναρμονίζονται με την ευρωπαϊκη φαρμακευτική νομοθεσία.

· Ως προς το οικονομικό όφελος που υποστηρίζεται λανθασμένα οτι μπορεί να επιφέρει για τον καταναλωτή-ασθενή μία ενδεχόμενη απελευθέρωση των ΜΥΣΥΦΑ σε άλλα κανάλια διανομής, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει κάτι τέτοιο (πηγή ΠΟΥ). Αντιθέτως...Δεδομένου ό,τι οι τιμές των ΜΥΣΥΦΑ στην Ελλάδα είναι σήμερα οι χαμηλότερες στην πλειοψηφία τους σε όλη την Ευρώπη, η όποια προσπάθεια να αποδειχθεί το αντίθετο σχετικά με το οικονομικό όφελος του καταναλωτή που θα μπορούσε να επιφέρει η διάθεση τους εκτός των φαρμακείων, είναι ανεδαφική και στερείται επιχειρημάτων. 

Η συγκράτηση των τιμών στα κατώτατα επίπεδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης που επιβάλλεται μέσω της κρατικής διατίμησης στα ΜΥΣΥΦΑ, δεν επιτρέπει περιθώρια αύξησης της λιανικής τιμής τους. Κάτι το οποίο κινδυνεύει να απορρυθμιστεί με αρνητικές συνέπειες. Είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα, θα οδηγήσει σε αύξηση της τιμής τους σε περίπτωση κατάργησης της κρατικής διατίμησης. Συν τοις άλλοις, η αναφορά στον όρο «λειτουργία ανταγωνισμού», εκτός του οτι δε συνάδει με την επιστημονικό και κοινωνικό σκοπό και ρόλο του φαρμάκου, προϋποθέτει οτι το εύρος του κέρδους δε θα συμπιέζεται στο ελάχιστο αυτού, όπως επιβάλλει η ελληνική Πολιτεία σήμερα μέσω της κρατικής διατίμησης και στα πλαίσια μίας όσο το δυνατόν δίκαιης πολιτικής, αλλά θα ορίζεται από το μοντέλο της αγοράς που θα διαμορφωθεί από μονοπώλεια και θα προσβλέπει στη διαρκή μεγιστοποίησή του οφέλους τους, μέσα από τη δυνατότητα διακύμανσης ενός διαρκώς αυξανόμενου κέρδους επί της λιανικής, το οποίο πάραυτα θα λειτουργήσει εις βάρος όχι μόνο του ελληνικού φαρμακείου αλλά και του Έλληνα καταναλωτή, δημιουργώντας παράλληλα ανισότητες όσον αφορά τη δυνατότητα προμήθειας ΜΥΣΥΦΑ.

· Είναι επίσης προφανές, οτι λόγω της κατακόρυφης μείωσης των τιμών των συνταγογραφούμενων φαρμάκων (έως 60%), το κέρδος των φαρμακευτικών εταιρειών μειώθηκε σημαντικά, συγκριτικά με την προ κρίσης εποχή. Πιθανή απελευθέρωση της τιμής των ΜΥΣΥΦΑ, θα λειτουργούσε προς όφελός τους, στην προσπάθεια να ισοσκελιστεί η ζημία που προήλθε τα τελευταία χρόνια από την πτώση των τιμών των συνταγογραφούμενων φαρμάκων, μέσα από την αύξηση των τιμών των ΜΥΣΥΦΑ.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι αυτό της Πορτογαλίας όπου μετά την απελευθέρωση των ΜΥΣΥΦΑ, οι τιμές τους ακολούθησαν μία διαρκή ανοδική πορεία μέσα σε διάστημα 5 ετών. Ως απόδειξη των παραπάνω σε επίσημη αναφορά του, ο ΠΟΥ επισημαίνει οτι μετά την απορρύθμιση της αγοράς και την απελευθέρωση των ΜΥΣΥΦΑ εκτός φαρμακείων σε κράτη όπου επιχειρήθηκε κάτι ανάλογο, καμία μελέτη δεν επιβεβαίωσε μέχρι σήμερα οτι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση των τιμών των φαρμάκων αυτών για το κοινό.
· (Εθνολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που αντιστέκονται σε μία τέτοια απορρύθμιση). Η άποψη περί «αυτοθεραπείας» ως θεραπευτική προσέγγιση, κρίνεται φαρμακολογικά ανυπόστατη και κοινωνικά αποπροσανατολιστική και επικίνδυνη, καθως καμία φαρμακευτική αγωγή δεν μπορεί να προσλαμβάνεται χωρίς τη συμβουλή, εκτίμηση και καθοδήγηση από τους επαγγελματίες υγείας. Ο υψηλός βαθμός εμπιστοσύνης που αποδεδειγμένα δείχνει ο Έλληνας ασθενής - πολίτης στο φαρμακοποιό, σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης μελέτης στο ελληνικό κοινό, καθιστά το φαρμακοποιό αναπόσπαστο κομμάτι του συστήματος υγείας στην Ελλάδα, σε σημείο που η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται διστακτική, ανέτοιμη και απρόθυμη να δεχθεί και να επικροτήσει μία τέτοιου είδους μεταρρύθμιστική αλλά κοινωνικά και υγειονομικά επικίνδυνη πολιτική. Τα εθνολογικά χαρακτηριστικά, η νοοτροπία, η αντιμετώπιση των επαγγελματιών υγείας στον ελλαδικό χώρο, οι ιδιαιτερότητες στην άσκηση τόσο της φαρμακευτικής αλλά και της ιατρικής, οι ορθά άκαμπτες απόψεις των πολιτών για την υγεία και η γεωγραφική μορφολογία, η οποία συνθέτει παράλληλα και ένα κοινωνικοπολιτισμικό πλουραλισμό, καθιστά εκ των πραγμάτων αδύνατη την αποδοχή και κατα συνέπεια ανεπιτυχή την εφαρμογή ενός μέτρου του οποίου το κόστος υπερτερεί του οφέλους για τη Δημόσια Υγεία των Ελλήνων πολιτών.

· Το γεγονός επίσης οτι στην Ελλάδα ο ΕΟΠΥΥ αποζημιώνει τις συνταγές των ασφαλισμένων στους φαρμακοποιούς με ένα μέσο όρο 90+ ημερών (κατά παράβαση των όρων που αναφέρονται στη σύμβαση του ΕΟΠΥΥ με τον ΠΦΣ, η οποία ορίζει την υποχρέωση του ασφαλιστικού ταμείου να πληρώνει τους φαρμακοποιούς στις 60 ημέρες) με διαρκώς ανησυχητικά καθυστερημένη ροή πληρωμών, το ελληνικό φαρμακείο αντιστέκεται ως ένα σημείο, σε αυτή την καθυστερημένη υποχρέωση του κράτους και συνεπώς στην εκ των πραγματων προβληματική παροχή φαρμακευτικής περίθαλψης προς τους ασφαλισμένους της χώρας η οποία προκύπτει από την αδυναμία προμήθειας φαρμάκων λόγω έλλειψης ρευστότητας, μέσα από το κέρδος που του εξασφαλίζει η αποκλειστική διάθεση των ΜΥΣΥΦΑ. Και αυτό όμως ακόμα, αποδεικνύεται πλασματικό, από τη στιγμή που το ίδιο καταναλίσκεται για να διασφαλίσει ο φαρμακοποιός την υποτυπώδη προμήθεια συνταγογραφούμενων φαρμάκων τα οποία όπως αναφέρθηκε, δεν αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ. 

Συνεπώς η αποκλειστική διάθεση των ΜΥΣΥΦΑ μέσω των φαρμακείων συμβάλλει ως ένα βαθμό στην αποφυγή ενός γενικευμένου υγειονομικού προβλήματος που μπορεί να παρουσιαστεί από την περαιτέρω αδυναμία των φαρμακοποιών να προμηθεύονται και να χορηγούν συνταγογραφούμενα φάρμακα τα οποία δεν αποζημιώνονται εγκαίρως από τον ασφαλιστικό φορέα.



Χαλιγιάννης Ηλίας
Ταμίας Π.Φ.Σ