Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Πρόταση για ριζική μεταρρύθμιση του ΕΣΥ από το Δίκτυο

Μελέτη για τη ριζική μεταρρύθμιση του συστήματος Υγείας παρουσιάστηκε σε εκδήλωση του Δικτύου, με τίτλο «Μεταρρύθμιση... και εις άλλα με υγεία».

Όπως ανέφερε η πρόεδρος του Δικτύου, Άννα Διαμαντοπούλου, οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να γίνουν από τη μία στιγμή στην άλλη, απαιτούν συναίνεση και υπομονή, στη χώρα μας όμως δεν υπάρχει ούτε η αντίστοιχη εμπειρία για ριζικές αλλαγές ούτε η απαραίτητη κουλτούρα.

«Η χώρα πορεύτηκε με τον λαϊκισμό και την προχειρότητα. Δεν αποκτήσαμε ως κοινωνία τις....


.... προϋποθέσεις για μεταρρυθμίσεις που είχαν αποτέλεσμα. Με την κρίση και η επιβολή των μεταρρυθμίσεων ήρθε ως έξωθεν εντολή», δήλωσε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας πως καμία αλλαγή δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν πρώτα εξασφαλιστεί οι ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι. Η κυρία Διαμαντοπούλου εμφανίστηκε σίγουρη πως ακόμη και μέσα στην κρίση αυτό μπορεί να γίνει.

Τη μελέτη εκπόνησε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιά και πρώην Διοικητής του ΙΚΑ, κ. Μιλτιάδης Νεκτάριος.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το Σύστημα Υγείας βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο που επιτάσσει την ριζική αντιμετώπιση των μακροχρόνιων προβλημάτων του. Η μελέτη αφορά την αναδιοργάνωση του συστήματος αξιοποιώντας τα θετικά του σημεία με προτάσεις που λαμβάνουν υπόψη την διεθνή εμπειρία προσαρμόζοντας την στα ελληνικά δεδομένα. Αποτελείται από δύο ενότητες: η πρώτη αναφέρεται στον διοικητικό και λειτουργικό εκσυγχρονισμό του συστήματος υγείας της χώρας με παράλληλη έμφαση στην βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών και την ικανοποίηση των πολιτών από αυτές. Η δεύτερη ενότητα προτείνει προγράμματα «Σύμπραξης του Δημόσιου με τον Ιδιωτικό Τομέα», με στόχο την μείωση των υπέρογκων ιδιωτικών δαπανών υγείας που επιβαρύνουν τους ασφαλισμένους.

Όπως δείχνει η έρευνα, το 75% των Ελλήνων πολιτών έχουν αρνητική άποψη για το σύστημα Υγείας της χώρας (το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28), με βάση τα ευρήματα του Ευρωβαρόμετρου του 2010 (βαθμιαία αύξηση του ποσοστού δυσαρέσκειας στην τελευταία δεκαετία), ενώ ο μέσος όρος για την Ε.Ε. είναι κάτω του 30%.

Την ίδια ώρα, οι Έλληνες πολίτες υφίστανται την μεγαλύτερη επιβάρυνση για τις ιδιωτικές δαπάνες υγείας, σε σχέση με όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, αφού ληφθεί υπόψη και η έκταση της ασφαλιστικής κάλυψης των δαπανών αυτών. Η συνολική επιβάρυνση των νοικοκυριών ανέρχεται στο 40% της συνολικής δαπάνης υγείας. Αλλά αυτή η τεράστια επιβάρυνση μειώνεται μόνο κατά 6% μετά την αγορά ιδιωτικής ασφάλισης υγείας, διότι μόνο το 15% των πολιτών διαθέτει τέτοια ασφάλιση στην Ελλάδα.

Τα μέτρα που προτείνονται στη μελέτη είναι μεταξύ άλλων τα εξής:

1.Ο ΕΟΠΠΥ θα αποκτήσει πρωτογενή έλεγχο στις παραπομπές προς τα δημόσια και ιδιωτικά κέντρα πρωτοβάθμιας περίθαλψης και θα παρακολουθεί σε ημερήσια βάση τις οικονομικές συναλλαγές, σε όλη την χώρα. Ο ΕΟΠΥΥ θα αγοράζει υπηρεσίες υγείας από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας με βάση την μέθοδο του capitation.

2. Μέτρα ελέγχου των δαπανών φαρμάκου.

3. Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης Νοσηλευτικών Πράξεων. Με το πρόγραμμα αυτό ο ΕΟΠΠΥ θα συνδεθεί On Line με τα νοσοκομεία (δημόσια και ιδιωτικά) και θα ενημερώνεται, από το εξειδικευμένο προσωπικό που θα εγκαταστήσει στα νοσοκομεία αυτά, αναλυτικά για όλες τις νοσηλευτικές πράξεις, με στόχο τον περιορισμό της σπατάλης, την ταχεία οικονομική εκκαθάριση των λογαριασμών, και τη συγκριτική ανάλυση των υπηρεσιών που αγοράζει.

Στη μελέτη προτείνεται τέλος η δημιουργία ενός «ΣΔΙΤ Υγείας» (Συνεργασία Σημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα) μεταξύ του ΕΟΠΥΥ και της Ασφαλιστικής αγοράς, με προσαρμογή του προαναφερόμενου Γαλλικού Μοντέλου. Η ουσία της προτεινόμενης σύμπραξης αφορά στην ασφαλιστική «πακετοποίηση» όλων των δαπανών υγείας που βαρύνουν τους πολίτες, ως αφαιρετέες απαλλαγές (deductibles) και ποσοστά συνασφάλισης (coinsurance) για πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες υπηρεσίες υγείας, καθώς και συμμετοχή για φάρμακα, ιατρικά υλικά, γυαλιά, και οδοντιατρικές δαπάνες.

Η ασφάλιση βέβαια θα είναι προαιρετική, αλλά οι πολίτες θα πρέπει να ενημερωθούν συστηματικά για τα δυνητικά οφέλη. Στη Γαλλία, το 93% του πληθυσμού έχει μια τέτοια κάλυψη, με αποτέλεσμα οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας να κινούνται στο 10% των συνολικών δαπανών.


Πηγή: onmed.gr