Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Πριν πας στο γιατρό μη διαβάζεις ιατρικά sites

Για πολύ κόσμο θεωρείται κάτι το συνηθισμένο: με το παραμικρό σύμπτωμα, πριν ακόμη συμβουλευτούν έναν γιατρό για εκείνον τον ξαφνικό πόνο που νιώθουν να σπεύδουν πρώτα στις μηχανές αναζήτησης και τις αντίστοιχες εφαρμογές στο κινητό τους και μετά να επισκέπτονται τον ειδικό.    Να, όμως, μια συνήθεια που χρειάζεται προσοχή και όχι μόνο γιατί τρομοκρατούμαστε χωρίς λόγο, αλλά γιατί η εμφάνιση των αποτελεσμάτων δεν είναι καλή.   

Πριν από μερικά χρόνια, γιατροί από τη φημισμένη Mayo Clinic επιχείρησαν να ελέγξουν τη διαδικτυακή - περί θεμάτων υγείας - σοφία (και αξιοπιστία, φυσικά) και το συμπέρασμα τους ήταν ότι να αναζητά κανείς τέτοιου είδους πληροφορίες στο ίντερνετ είναι τουλάχιστον ριψοκίνδυνο. Σύμφωνα, μάλιστα, με σχετική μελέτη που εκπόνησαν, αυτή η πρακτική είναι το ίδιο επικίνδυνη με το να μην επισκέπτεται κάποιος ποτέ τον γιατρό του ή με το να λαμβάνει για καιρό λάθος μέτρα αντιμετώπισης των όποιων συμπτωμάτων.     



Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες αξιολόγησαν την ποιότητα των αποτελεσμάτων που προέκυπταν από κορυφαίες μηχανές αναζήτησης, όπως οι Google, Yahoo και Bing και για αναζητήσεις σχετικά απλών λέξεων - κλειδιών όπως στηθάγχη ή πονοκέφαλος. Απολύτως καμία ιστοσελίδα από αυτές που αξιολογήθηκαν δεν ήταν σε θέση να δώσει εμπεριστατωμένη εικόνα συμπτωμάτων και μία ακριβή διάγνωση για το θέμα που έθετε προς αναζήτηση ο ασθενής. Ακόμη χειρότερα κανένα από αυτά τα σάιτς δεν μπορούσε να προσφέρει μία πλήρη και εμπεριστατωμένη παρουσίαση των βασικών συμπτωμάτων κάθε ασθένειας. Σε μία αναλογία 4 στα 10 τα sites και οι αντίστοιχες εφαρμογές αδυνατούσαν να δώσουν μία ικανοποιητική συμβουλή για το τι να κάνει κάποιος που υπέφερε, λ.χ. από πόνους στο στήθος.  


  Ωστόσο, ακόμη και όταν υπήρχε η παράθεση κάποιας διάγνωσης, οι εναλλακτικές που προτείνονταν και οι παράμετροι που εξηγούνταν ήταν τόσες πολλές με αποτέλεσμα ο χρήστης να μην ξέρει αν πάσχει από το "χ" ή από το "ψ" νόσημα και ποια τελικώς θα ήταν η ιδανική θεραπεία. Εκτός από κάποιες περιπτώσεις ενηλίκων που μπορούσαν να αντιστοιχίσουν τα συμπτώματα που ένιωθαν με τα αποτελέσματα που εμφάνιζε η μηχανή αναζήτησης, όλοι οι υπόλοιποι τρομοκρατούνταν άνευ λόγου και αιτίας ή ακόμη χειρότερα ανακουφίζονταν, θεωρώντας ότι δεν υποφέρουν από κάτι σοβαρό.    Και μετά είναι και τα διάφορα applications για κινητά που υπόσχονται ακρίβεια, αλλά... την παρέχουν; Κάποιες από αυτές τις εφαρμογές που προσφέρονται για κινητά ή τάμπλετς έχουν προκύψει από αξιόπιστες ιατρικές σχολές, όπως αυτή του Χάρβαρντ ή από μεγάλα έγκυρα νοσοκομειακά ιδρύματα όπως η Μayo Clinic. Και ναι μεν είναι σχεδιασμένες για να προσφέρουν μία όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστη πρόσβαση σε διαγνώσεις με το πάτημα ενός κουμπιού, όμως, και πάλι δεν έχουν αξιολογηθεί πλήρως για την ακρίβεια και την ασφάλεια που προσφέρουν.  


  Πέρσι, ερευνητές από την ιατρική σχολή του Χάρβαρντ και σε συνεργασία με τεχνολογική εταιρεία αξιολόγησαν τη διαγνωστική ακρίβεια 23 από τις πιο δημοφιλείς ιατρικές εφαρμογές, κάποιες από τις οποίες είχαν προτιμηθεί από εκατομμύρια χρήστες. Το αποτέλεσμα της έρευνας έδειξε ότι μόνο το ένα τρίτο αυτών των apps περιελάμβανε τις σωστές διαγνώσεις, κάτι που εξηγεί γιατί είναι επισφαλές να θέτεις ερωτήματα που αφορούν την υγεία σου, ακόμη και σε τέτοιου είδους εφαρμογές.    Όπως επίσης ανέφεραν, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας τους, οι διαγνωστικές δυνατότητες μίας τέτοιας εφαρμογής είναι σχετικά εύκολες και πιο αξιόπιστες, όταν το ερώτημα στο οποίο καλούνται να απαντήσουν είναι μία κατάσταση (ένα κρυολόγημα ή μία ίωση) που μπορεί να αντιμετωπιστεί και από το σπίτι. Για αυτές τις περιπτώσεις, το ποσοστό ορθής διάγνωσης ανερχόταν σε ένα 40%, αλλά και πάλι με την εφαρμογή να διαθέτει ειδική σήμανση που έλεγε ότι όσο απλό κι αν φαίνεται ένα πρόβλημα υγείας, το καλύτερο για τον ασθενή είναι να απευθυνθεί σε έναν γιατρό και φυσικά όχι στο κινητό του.     


Κατά τον ίδιο τρόπο, μια άλλη μελέτη, του 2012 αυτή τη φορά έδειξε ότι ακριβείς κατά τα 2/3 ήταν και οι τηλεφωνικές διαγνώσεις που γίνονταν από ιατρικά κέντρα που διέθεταν τέτοιου είδους τηλεφωνική εξυπηρέτηση και πάλι όμως, το 1/3 των ασθενών που είχαν απευθυνθεί εκεί βρισκόταν στον "αέρα".     

Η έρευνα καταλήγει στο αναμενόμενο και αυτονόητο: όλα αυτά, (εφαρμογές, τηλεφωνική κάλυψη, κ.λπ) δεν αποτελούν παρά φτωχά συμπληρώματα συμβουλευτικής που δεν μπορούν ούτε να αντικαταστήσουν, ούτε καν να υποκαταστήσουν τις υπηρεσίες ενός γιατρού. Και ναι, το να επισκεφθείς έναν γιατρό θέλει χρόνο και χρήμα και ειδικά το κόστος θεωρείται και ο λόγος, για τον οποίο πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν σε αυτού του είδους, τις εξ αποστάσεως συμβουλές. Όμως, όπως επισημαίνεται και στο σχετικό άρθρο, είναι μόνο συμβουλές, δεν παρέχουν καμία ασφάλεια, δεν πρόκειται για επιστημονική διάγνωση και φυσικά κρύβουν σοβαρούς κινδύνους.  

  Με στοιχεία από τους New York Times  
 Πηγή:www.lifo.gr