Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Νέος «κόφτης» στα GLP-1: Δε μπορούν να εκτελεστούν στον ίδιο μήνα δυο διαφορετικά ενέσιμα

Σε εφαρμογή τίθεται νέος ηλεκτρονικός έλεγχος της ΗΔΙΚΑ, ο οποίος αφορά θεραπείες των Θεραπευτικών Πρωτοκόλλων Συνταγογράφησης Διαβήτη και Παχυσαρκίας που περιλαμβάνουν αγωνιστές υποδοχέων GLP-1, όταν ο ασθενής διαθέτει ήδη ενεργή αντίστοιχη θεραπεία μέσω του προγράμματος «Προλαμβάνω» για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Όταν ένας ασθενής έχει ήδη λάβει, για παράδειγμα, θεραπεία με Mounjaro μέσω του «Προλαμβάνω» και δεν έχει ολοκληρωθεί η χρονική ισχύς της θεραπείας, το σύστημα δεν επιτρέπει την εκτέλεση άλλης θεραπείας της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως για παράδειγμα Ozempic, η οποία έχει συνταγογραφηθεί μέσω Θεραπευτικού Πρωτοκόλλου Διαβήτη ή Παχυσαρκίας.

Ποιες συνταγές θεωρούνται «ενεργές»

Σύμφωνα με τις οδηγίες της ΗΔΙΚΑ, ως ενεργές συνταγές του προγράμματος «Προλαμβάνω» θεωρούνται:


  • Οι συνταγές που βρίσκονται σε κατάσταση «Συνταγογραφημένη» και δεν έχει παρέλθει η ημερομηνία λήξης τους.
  • Οι συνταγές που βρίσκονται σε κατάσταση «Εκτελεσμένη» ή «Μερικώς Εκτελεσμένη», εφόσον δεν έχει παρέλθει η ημερομηνία ισχύος της θεραπείας.

Οι εταιρείες λογισμικού φαρμακείων προσαρμόζουν σταδιακά τα προγράμματά τους στον νέο έλεγχο. Κατά το άνοιγμα μιας συνταγής που περιλαμβάνει σχετική θεραπεία, εμφανίζεται μήνυμα της ΗΔΙΚΑ το οποίο ενημερώνει ότι δεν επιτρέπεται η εκτέλεσή της, επειδή ο ασθενής διαθέτει ήδη υπόλοιπο θεραπείας από ενεργή συνταγή του «Προλαμβάνω».


Ο αποκλεισμός αφορά τη συγκεκριμένη θεραπεία με αγωνιστή GLP-1. Τα υπόλοιπα φάρμακα που περιλαμβάνονται στην ίδια συνταγή μπορούν, σύμφωνα με την ενημέρωση της ΗΔΙΚΑ, να εκτελούνται κανονικά.

Ο «κόφτης» εφαρμόζεται στο λάθος στάδιο

Η αποτροπή της ταυτόχρονης χορήγησης επικαλυπτόμενων θεραπειών μπορεί να είναι απολύτως εύλογη. Το βασικό πρόβλημα, όμως, είναι ότι ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται κατά τη συνταγογράφηση από τον γιατρό, αλλά εμφανίζεται αργότερα, κατά την εκτέλεση της συνταγής στο φαρμακείο.

Η πάγια θέση των φαρμακοποιών είναι σαφής:

Κάθε ηλεκτρονικός «κόφτης» που αφορά το δικαίωμα συνταγογράφησης, την ένδειξη, τη θεραπευτική συμβατότητα ή τη δυνατότητα χορήγησης ενός φαρμάκου πρέπει να εφαρμόζεται στην πηγή, δηλαδή τη στιγμή της συνταγογράφησης από τον γιατρό.

Από τη στιγμή που το σύστημα επιτρέπει στον γιατρό να εκδώσει κανονικά μια ηλεκτρονική συνταγή, ο ασφαλισμένος θεωρεί εύλογα ότι η συνταγή αυτή μπορεί και να εκτελεστεί.

Όταν ενημερώνεται για πρώτη φορά στο φαρμακείο ότι η θεραπεία που του συνταγογραφήθηκε δεν μπορεί να χορηγηθεί, ο φαρμακοποιός βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να εξηγεί και να δικαιολογεί έναν περιορισμό που ούτε αποφάσισε ούτε μπορεί να παρακάμψει.

«Μα αφού μου το έγραψε ο γιατρός, εσύ γιατί δεν το εκτελείς; Θα πάω σε άλλο φαρμακείο να το εκτελέσω».

Πρόκειται για μια γνώριμη κατάσταση για τα φαρμακεία, η οποία προκαλεί αδικαιολόγητες εντάσεις και αντιπαραθέσεις με τους ασφαλισμένους. Στην πραγματικότητα, η εκτέλεση απορρίπτεται κεντρικά από το σύστημα της ΗΔΙΚΑ και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ούτε στο συγκεκριμένο ούτε σε οποιοδήποτε άλλο φαρμακείο.

Πώς θα έπρεπε να λειτουργεί κανονικά ο έλεγχος

Ο συγκεκριμένος έλεγχος θα έπρεπε να ενεργοποιείται τη στιγμή που ο γιατρός επιχειρεί να συνταγογραφήσει τη νέα θεραπεία.

Το σύστημα θα έπρεπε:

  • Να ενημερώνει τον γιατρό ότι υπάρχει ήδη ενεργή θεραπεία μέσω του προγράμματος «Προλαμβάνω».
  • Να εμφανίζει τη δραστική ουσία και τη χρονική ισχύ της προηγούμενης θεραπείας.
  • Να μην επιτρέπει την έκδοση νέας επικαλυπτόμενης συνταγής.
  • Να προβλέπει σαφή διαδικασία διακοπής ή αλλαγής θεραπείας, όταν αυτή κρίνεται ιατρικά αναγκαία.

Σε περίπτωση αλλαγής αγωγής, θα πρέπει ο γιατρός να έχει τη δυνατότητα να δηλώνει επίσημα τη διακοπή της προηγούμενης θεραπείας, να τεκμηριώνει τη μετάβαση σε διαφορετικό σκεύασμα και να καθορίζει την ημερομηνία έναρξης της νέας θεραπείας.

Η βασική αρχή πρέπει να είναι αυτονόητη:
Μια συνταγή που εκδίδεται κανονικά από το σύστημα πρέπει να είναι και εκτελέσιμη από το φαρμακείο.

Δεν είναι ορθό να επιτρέπεται αρχικά η συνταγογράφηση μιας θεραπείας και στη συνέχεια να μεταφέρεται στον φαρμακοποιό η ευθύνη της άρνησης εκτέλεσης, της ενημέρωσης του ασφαλισμένου και της διαχείρισης της αναπόφευκτης έντασης.

Οι ηλεκτρονικοί περιορισμοί πρέπει να εφαρμόζονται εκεί όπου δημιουργείται η συνταγή και όχι εκεί όπου ο ασφαλισμένος προσέρχεται για να την εκτελέσει.

Farmakopoioi


Κοινοποίηση: