Αυτή είναι και η πραγματικότητα τόσο στη διεθνή αλλά ακόμα περισσότερο στην Ελληνική φαρμακευτική πρακτική και αγορά. Σε αδρές γραμμές όλη η αλυσίδα διανομής του φαρμάκου διέρχεται μεταμορφώσεις.


 
Οι παραγωγοί, δηλαδή οι φαρμακευτικές εταιρείες προσανατολίζονται περισσότερο στα βιοτεχνολογικά προϊόντα ή στην αύξηση της τιμής και του όγκου των πωλήσεων των μη συνταγογραφούμενων και των γενικής διάθεσης φαρμάκων. 

Το οργανωτικό όριο του διαύλου χονδρεμπορίου-φαρμακείου όπως το γνωρίσαμε στο παρελθόν έχει διαρραγεί: υπάρχουν πολλές απευθείας αγορές των φαρμακείων από τις εταιρείες, ενώ έχουν συσταθεί ομάδες αγορών φαρμακοποιών ή δίκτυα φαρμακείων. Η λιανική διάθεση (ορισμένων) φαρμάκων ή παραφαρμακευτικών προϊόντων, με μοχλό κυρίως την τεχνολογία γίνεται πολυκάναλη. Μπορεί δηλαδή να παρακάμπτεται το παραδοσιακό κανάλι του φαρμακείου της κοινότητας και να παραδίδεται η θεραπευτική ή καλλυντική ύλη στα χέρια του τελικού χρήστη είτε απευθείας από τις εταιρείες, είτε μέσω διαδικτυακών πωλητών είτε μέσω άλλων σημείων λιανικής πώλησης κ.τ.λ.

Αν κάποιος λάβει υπόψη του τη διεθνή εμπειρία τότε θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι όλα τα προηγούμενα παρά τον αρχικό πληθωρισμό, καταλήγουν στη συγκεντροποίηση των συντελεστών της αγοράς. Και η μείωση του αριθμού και πιθανόν της ποιότητας των «παικτών» θα πρέπει να αποτελεί σημείο ανησυχίας.

Παράλληλα και η αλυσίδα της φροντίδας διέρχεται σοβαρές ή μάλλον σημαντικότερες μεταμορφώσεις. Πλέον η σε νάρκη από το 1978 διακήρυξη της Alma Ata για την πρωτοβάθμια φροντίδα επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. 

Έγινε πλέον αντιληπτό ότι ο κάθετος σχεδιασμός των βαθμίδων φροντίδας, δηλαδή η χρήση της πρωτοβάθμιας ουσιαστικά για την υποδοχή του ασθενούς προκειμένου αυτός να προωθηθεί στις επόμενες βαθμίδες, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες υγείας του πληθυσμού, στις θεραπευτικές προσδοκίες του κόσμου και στην ορθολογική χρήση των πόρων των συστημάτων υγείας. 

Πλέον ο ιατροκεντρικός σχεδιασμός υποχωρεί υπό την πίεση των αδιεξόδων του και στη θέση του αναδύεται ένα ασθενοκεντρικό «οικοσύστημα».

Η συνειδητοποίηση ότι ο ασθενής είναι σημαντικός παράγοντας επιτυχίας ή αποτυχίας μιας θεραπευτικής πορείας ανέδειξε νέες πτυχές όπως π.χ. η συμμόρφωση στην φαρμακοθεραπεία, ως σημαντικούς στόχους. Καθώς ο ασθενής (ή εναλλακτικά ο φροντιστής του) αναγνωρίζεται ως ο κύριος χειριστής της ασθένειας του, και τουλάχιστον συνυπεύθυνος για τη διατήρηση της καλής υγείας του, οι ανάγκες του για την επίτευξη αυτού του σκοπού έρχονται σε προτεραιότητα. Και οι ανάγκες αυτές σε ένα σημαντικό βαθμό μπορούν να εξυπηρετηθούν καλύτερα από τους φαρμακοποιούς και τα φαρμακεία της κοινότητας.

Η προαγωγή της υγείας, η πρόληψη και η αντιμετώπιση της νόσου προϋποθέτουν, στα πλαίσια της πρωτοβάθμια υγείας, την διαμόρφωση της ομάδας φροντίδας του ασθενή αποτελούμενη από τον ίδιο τον ασθενή και τους λειτουργούς της υγείας. 

Εντός της ομάδας αυτής ο φαρμακοποιός έχει τον δικό του ιδιαίτερο ρόλο που διαμορφώνεται τόσο από τον εκσυγχρονισμό των παραδοσιακών του πρακτικών (π.χ. εισαγωγή κλινικών στοιχείων στην διάθεση των φαρμάκων) όσο και από την ανάδυση νέων πρακτικών  (π.χ. διαχείριση φαρμακοθεραπείας – βελτιστοποίηση φαρμακοθεραπευτικών αποτελεσμάτων).

Οι φορείς αυτών των αλλαγών είναι αρκετοί, με τους συλλόγους να φέρουν σημαντικό βάρος. Αλλά στο επιχειρηματικό πεδίο αυτός που είναι σε θέση να διαθέσει πλήρως τις ικανότητές του και να διατάξει στη σκακιέρα τους πάσης φύσης πόρους του, με το βέλτιστο δυνατό τρόπο προκειμένου να καταστήσει όχι απλά χρήσιμη αλλά απαραίτητη τη συμμετοχή των φαρμακοποιών είναι οι συνεταιρισμοί τους. 

Και ειδικότερα να αναδείξει ως αναντικατάστατο το ρόλο των ανεξάρτητων επιχειρηματικά φαρμακείων της κοινότητας τόσο στην αλυσίδα διανομής όσο και στη θεραπευτική αλυσίδα.

Οι λόγοι για τους οποίους ο συνεργατισμός του επιπέδου των ελληνικών συνεταιρισμών φαρμακοποιών τους καθιστά γόνιμους στην αντίληψη, υποδοχή και εξυπηρέτηση αυτών των αλλαγών είναι πολλοί. Ο σημαντικότερος είναι ότι η αίσθηση της αποστολής του φαρμακοποιού στην υγεία λειτουργεί παράλληλα με την επιχειρηματική αποτελεσματικότητα. Ας μη ξεχνάμε ότι τα εργαλεία της οικονομικής διαχείρισης, του μάνατζμεντ και του μάρκετινγκ έχουν σαν αποστολή να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα του συστήματος εισροών και εκροών μιας δραστηριότητας που αποσκοπεί στη βελτίωση της υγείας του ασθενούς. Δεν θα έπρεπε να απολαμβάνουν μεγαλύτερη φροντίδα και προσοχή από την αποστολή των φαρμακοποιών και των ανεξάρτητων φαρμακείων γιατί σε μια τέτοια περίπτωση είναι εύλογο ότι θα πάψει να υπάρχει η ανάγκη για αυτά. 

O κ. Λευτέρης Μαρίνος, είναι φαρμακοποιός, Μ.Sc. Φαρμακογνωσίας Βιοδραστικών Φυσικών Προϊόντων.

πηγή: healthmag