Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Κ. Λουράντος: "Εκτέλεση- θανάτωση ή ευθανασία ... υπηρετώντας την κλοπή και την υπεξαίρεση"

Αθήνα 26/4/2016
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
Αρ. Πρωτ.1294

ΠΡΟΣ
Τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής

Θέμα:
"Κατάργηση του κλάδου των Μονοσυνταξιούχων στο υπό επεξεργασία Νομοσχέδιο"

Κύριε Πρόεδρε,

Κύριε Υπουργέ,

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,


Από την πλευρά των υγειονομικών πέραν των λοιπών παθογενειών και ελλείψεων που χαρακτηρίζουν το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, θέλω να εκφράσω την έντονη διαφωνία και την καθολική αποδοκιμασία του κλάδου μου για την αδικαιολόγητη απόφαση της Κυβέρνησης να καταργήσει τον κλάδο των μονοσυνταξιούχων.

Αναφέρομαι ειδικότερα στα άρθρα 94 παρ. 5 και 39 παρ. 15 στα οποία προβλέπεται η κατάργηση ενός ολόκληρου ασφαλιστικού κλάδου και μάλιστα αναδρομικά από 1.1.2016.

Όπως καλά γνωρίζετε, με την παράγραφο 8 του άρθρου 8 του νόμου 982/1979 προβλέφθηκε η προσαύξηση της σύνταξης εκείνων των ασφαλισμένων του ΤΣΑΥ, που θα επιλέξουν να καταβάλουν μεγαλύτερες ασφαλιστικές εισφορές από τους υπολοίπους. Προβλέφθηκε με άλλα λόγια η δυνατότητα των υγειονομικών να πληρώσουν οικειοθελώς μία προσαύξηση στις ασφαλιστικές εισφορές τους, προκειμένου να τύχουν μιας αναλογικής βελτίωσης της συνταξιοδοτικής τους παροχής.

Κατ΄ εφαρμογή αυτής της ρύθμισης με την οποία θεσπίστηκε ο Κλάδος των Μονοσυνταξιούχων, οι περισσότεροι υγειονομικοί οικειοθελώς επέλεξαν την καταβολή εδώ και μερικές δεκαετίες των κατά πολύ υψηλότερων εισφορών δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό την εύλογη προσδοκία ότι κάποτε θα δικαιούνταν μεγαλύτερης σύνταξης.

Δυστυχώς όμως το Ελληνικό Δημόσιο φρόντισε να τους ψαλιδίσει τις προσδοκίες αυτές και το Υπουργείο σήμερα με τις προωθούμενες ρυθμίσεις να βάλει και την οριστική «ταφόπλακα».

Τα προηγούμενα χρόνια, με σειρά μνημονιακών διατάξεων, όπως όλοι οι συνταξιούχοι έτσι και οι υγειονομικοί υπέστησαν σημαντικές μειώσεις στις συντάξεις τους.

Με μια τακτική, που ως μόνο κριτήριο των μειώσεων έθετε τα κατά περίπτωση τιθέμενα πλαφόν, οδηγηθήκαμε στο αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η διαφορά των μονοσυνταξιούχων που πλήρωναν αυξημένες εισφορές από όλους τους υπολοίπους.
 
Για τον λόγο αυτό, αλλά κύρια εξαιτίας του φόβου ότι τελικά θα χάσουν τα χρήματα τους, δεν είναι λίγοι αυτοί που ζήτησαν την διακοπή της ασφάλισης τους στον κλάδο και την ταυτόχρονη επιστροφή των εισφορών που είχαν καταβάλει.

ΚΑΙ ΦΘΑΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ....
 
Όπου εκείνοι που τα προηγούμενα χρόνια στηλίτευσαν τις μειώσεις και τις τακτικές αυτές και συμμερίζονταν τα αιτήματα των υγειονομικών, επιλέγουν να δώσουν λύση στο πρόβλημα του «ασθενούς», όχι με θεραπεία ούτε καν με ευθανασία, αλλά αντίθετα με άμεση εκτέλεση – θανάτωση.

Μόνο ως ΘΑΝΑΤΩΣΗ μπορεί να ερμηνευθεί η απόφαση της Κυβέρνησης να καταργήσει συνολικά έναν ασφαλιστικό κλάδο χωρίς να έχει κάνει οποιαδήποτε προηγούμενη οικονομική μέτρηση και αναλογιστική μελέτη.

Θανάτωση συνιστά η αφαίρεση όλων των εισφορών που προορίζονταν για να καλύψουν τη νομοθετημένη προσαύξηση των συντάξεων και η πρόβλεψη ότι αυτές θα συνεκτιμηθούν ελεύθερα για να προσδιοριστεί η όποια προσαύξηση στη βάση υπουργικής απόφασης που θα εκδοθεί ύστερα από εισήγηση της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και μετά και από σχετική οικονομική αναλογιστική μελέτη.

Και διερωτώμαι τι περιμένετε να δείξει η αναλογιστική μελέτη ενός ασφαλιστικού κλάδου, ο οποίος δεν θα έχει στο εξής εισφορές; Και στη βάση αυτής της μελέτης τι προσαύξηση θα υπάρξει;

Κύριοι,

Η απάντηση είναι αποτέλεσμα της κοινής λογικής και είναι απόλυτα αναμενόμενη. Καμία προσαύξηση δεν θα προσδιορισθεί και κατά συνέπεια ουδεμία ωφέλεια θα έχουν οι ασφαλισμένοι, που επέλεξαν οικειοθελώς να καταβάλουν μια ασφαλιστική εισφορά που έχει απόλυτα ανταποδοτικό χαρακτήρα.

Γι΄ αυτό και στην σχετική μας ανακοίνωση οι συνδικαλιστικοί φορείς καταγγείλαμε την προσπάθεια της κυβέρνησης να νομοθετήσει τη διαδικασία της «υπεξαίρεσης» των χρημάτων των υγειονομικών.

Εμείς θεωρούμε ότι οι διαδικασίες αυτές συνιστούν παράνομες μεθοδεύσεις, προσβάλουν κάθε έννοια κοινωνικής ασφάλισης και παραβιάζουν ευθέως τις Συνταγματικές επιταγές, την Αρχή της Δικαιολογημένης Εμπιστοσύνης του καλόπιστου διοικούμενου, την Αρχή της Αναλογικότητας και την Αρχή της χρηστής διοίκησης, που διέπουν ένα ευνομούμενο Κράτος Δικαίου.

Και όλα αυτά χωρίς να συντρέχει κάποιος ουσιώδης λόγος για την προτεινόμενη ρύθμιση, όπως άλλωστε προκύπτει και από την ίδια την αιτιολογική σας έκθεση στην οποία μάταια προσέτρεξα για να βρω τις απαντήσεις που αναζητούσα.

Αντί απαντήσεων βρήκα μόνο επανάληψη της διάταξης και μια αναφορά στον προαιρετικό χαρακτήρα της ασφάλισης προκειμένου να ληφθεί μια αυξημένη συνταξιοδοτική παροχή. Ακόμα όμως κι αυτή η αναφορά γίνεται με τρόπο που συγκαλύπτει την πραγματικότητα.

Οι υγειονομικοί δεν ασφαλίζονταν προαιρετικά (όπως γράφετε στην αιτιολογική) αλλά πλήρωναν προαιρετικά. Και μάλιστα πλήρωναν σημαντικά ανώτερα ποσά εισφορών, επειδή –καθώς φαίνεται- εξαπατήθηκαν από το κράτος που δεσμεύτηκε να τους καταβάλει αυξημένες συντάξεις.

Γιατί συνιστά εξαπάτηση η συμπεριφορά ενός ασφαλιστικού φορέα , που λαμβάνει αυξημένες εισφορές δεσμευόμενος βάσει διατάξεων που ισχύουν τα τελευταία 37 έτη ότι θα αποδώσει αυξημένη παροχή, και λίγο πριν έλθει η ώρα της πληρωμής επινοεί νέες προϋποθέσεις και όρους για να μην καταβάλει τα οφειλόμενα.

Η προσπάθεια μου για απαντήσεις δεν σταμάτησε όμως εκεί. Τις αναζήτησα στην έκθεση αξιολόγησης συνεπειών ρυθμίσεων και εκεί (στο άρθρο 94) σας διαβάζω κατά λέξη:

«Ο κλάδος Μονοσυνταξιούχων του ΤΣΑΥ είναι προαιρετικός και έχει ως σκοπό την χορήγηση πρόσθετης σύνταξης στους υγειονομικούς, εφόσον δεν υπάγονται παράλληλα σε άλλον φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, με την προϋπόθεση καταβολής πρόσθετης εισφοράς. Η λειτουργία του Κλάδου είναι προβληματική καθώς δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την υπαγωγή ασφαλισμένων σε αυτόν, ενώ δεκάδες ασφαλισμένων που έχουν υπαχθεί σε αυτόν έχουν αιτηθεί τη διαγραφή τους και την επιστροφή των ασφαλιστικών εισφορών που έχουν καταβληθεί. Στο πλαίσιο της αναμόρφωσης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης θα πρέπει να εξεταστεί η λειτουργία του Κλάδου.»

Και τελικά στην αμέσως επόμενη ερώτηση («11.2 Περιγράψτε χωριστά και αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους κάθε «άλλη διάταξη» είναι αναγκαία και κατάλληλη να αντιμετωπίσει το αντίστοιχο πρόβλημα») έρχεστε κύριε Υπουργέ να απαντήσετε πως εννοείτε την αναμόρφωση και την εξέταση της λειτουργίας.

Διαβάζω από την ίδια έκθεση (σελίδα 73):

«Με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση επιχειρείται μια συνολική αναδιάρθρωση του ασφαλιστικού συστήματος, με την εξάλειψη υφιστάμενων διαφοροποιήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ειδικού τύπου παροχές, όπως η σύνταξη που χορηγεί ο Κλάδος Μονοσυνταξιούχων, κρίνεται σκόπιμο να καταργηθούν ώστε να περιοριστούν οι αποκλίσεις από το γενικό πλαίσιο της εθνικής – ανταποδοτικής σύνταξης. Συγχρόνως αντιμετωπίζονται τα υφιστάμενα προβλήματα λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος υπαγωγής στην ασφάλιση του Κλάδου!!!»

Και η πρόκληση συνεχίζεται στη επόμενη ερώτηση σχετικά με τις αναμενόμενες συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών στην οικονομία, την κοινωνία και τους πολίτες..

Απαντάτε εκεί «ότι με την κατάργηση του προαιρετικού Κλάδου των Μονοσυνταξιούχων ενιαιοποιούνται οι συνταξιοδοτικές παροχές με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ενιαίου συνταξιοδοτικού συστήματος. Για τους ασφαλισμένους του ΤΣΑΥ, προκύπτει όφελος λόγω της κατάργησης της προβλεπόμενης ασφαλιστικής εισφοράς!!»

Δηλαδή με την λογική σας θα πρέπει να σας ευχαριστήσουμε και για την διευκόλυνση!!!

Κύριοι βουλευτές,

Οι εξηγήσεις που δίνει το ίδιο το γραφείο του Υπουργού (αυτό φαίνεται ως υπεύθυνος επικοινωνίας στην έκθεση αυτή) και οι συνέπειες που αυτό αναμένει, μπορούν να εκληφθούν είτε ως κακόγουστο αστείο είτε ως αποτυχημένη λόγω της υπερβολής της προπαγάνδα.

Ο Κλάδος Μονοσυνταξιούχων δεν συνιστά διαφοροποίηση με την έννοια αυτών που δημιούργησε το πελατειακό κράτος τις τελευταίες δεκαετίες.

Δεν μας χαρίστηκαν παροχές, ούτε μας αναγνωρίστηκαν ψεύτικα χρόνια ασφάλισης.

Πληρώναμε πολλά παραπάνω για να δικαιωθούμε κάποιας προσαύξησης στις συντάξεις μας. Δεν συντρέχει λοιπόν καμία διαφοροποίηση στην περίπτωση μας.

Αυτονόητα αντιπαρέρχομαι τις άστοχες απόψεις ότι δήθεν μας ωφελείτε καθώς και ότι δεν ενδιαφέρονται οι υγειονομικοί για τον κλάδο.

Αντίθετα, όσα σας προανέφερα υποδηλώνουν ότι υπάρχει ζωηρό ενδιαφέρον των υγειονομικών να κρατηθεί ζωντανός ο κλάδος. Αρκεί να σταματήσει από τους αρμόδιους φορείς και υπηρεσίες το κλίμα φόβου ότι τα χρήματα μας θα χάνονταν κάτι που ουσιαστικά υλοποιείτε με το νομοσχέδιο σας.

Για τον λόγο αυτό ζητάμε την άμεση απόσυρση των επίμαχων διατάξεων (άρθρα 94 παρ. 5 και 39 παρ. 15) οι οποίες άλλωστε ουδέποτε εμφανίστηκαν ως απαιτήσεις των θεσμών αλλά μάλλον συνιστούν αυθεντικό προϊόν ελληνικής πολιτικής διαστροφής. Και εξηγούμαι:

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία αναλογιστική μελέτη, το μοναδικό οικονομικό στοιχείο που μπορούμε να επικαλεστούμε είναι η Ειδική Έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, από την οποία καταδεικνύεται και η αστοχία της σχετικής ρύθμισης καθώς προβλέπει το ΓΛΚ ότι εξαιτίας της κατάργησης της προσαύξησης του ΤΣΜΕΔΕ και του κλάδου των Μονοσυνταξιούχων του ΤΣΑΥ αναμένεται απώλεια εσόδων ύψους 53 εκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο.

Επομένως δεν είναι δυνατόν να έχουν απαιτήσει οι θεσμοί την κατάργηση ενός κλάδου όταν εξαιτίας της χάνονται έσοδα και όταν κύριος στόχος του νομοσχεδίου - σύμφωνα με όσα εσείς υποστηρίζετε – είναι η αύξηση των εσόδων.

Κλείνοντας και εάν παρά ταύτα εμμείνετε στην απόφαση της κατάργησης του κλάδου των μονοσυνταξιούχων, σας καλούμε με νομοτεχνική προσθήκη – βελτίωση να προβλέψετε άμεσα τη δυνατότητα να επιστραφούν οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές τόσο εκείνων που έχουν κάνει την σχετική αίτηση, όσο και αυτών που θα την υποβάλουν μεταγενέστερα, με διαδικασία και σε χρόνο που θα ρυθμίσετε είτε άμεσα στην διάταξη αυτή είτε σε Υπουργική Απόφαση, που θα εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση της.

Επιπλέον, θα πρέπει να συμπεριλάβετε στην όποια διάταξη σας ρητή πρόβλεψη, ότι η σχετική προσαύξηση θα συνεχίσει να καταβάλλεται στους υφιστάμενους κατά την ψήφιση μονοσυνταξιούχους.

Εάν γίνουν οι αλλαγές αυτές, ίσως δεχτούμε ότι αντί για θανάτωση υπάρχει ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ…

Γνωρίζουμε την δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, συμμεριζόμαστε την αγωνία και τα άγχη όλων των Ελλήνων και είμαστε ο κλάδος που έχει υποστεί, αλλά και υπομένει σημαντικά πλήγματα στο πλαίσιο της εθνικής προσπάθειας.

Πιστεύουμε όμως ότι ο κατήφορος πρέπει επιτέλους κάποτε να τελειώσει…


Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου
Κωνσταντίνος Λουράντος