«
Στη χώρα μας το φαρμακείο είναι αντιμέτωπο με προκλήσεις και προβλήματα που συχνά αγγίζουν τα όρια της βιωσιμότητας, αλλά παρόλα αυτά καταβάλλει διαρκή προσπάθεια ώστε να ξεπερνάει τα εμπόδια, επιζητώντας την ανάπτυξη και την εξέλιξή του».
Η Ελλάδα είναι η χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) με τα περισσότερα, αναλογικά στον πληθυσμό, φαρμακεία. Ο αριθμός όσων βρίσκονται σε λειτουργία σήμερα (10.400) κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα για τη χώρα, αφού σε κάθε 1.000 κατοίκους αντιστοιχεί περίπου ένα φαρμακείο, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι ένα φαρμακείο ανά 3.200 κατοίκους. Αυτό συχνά αναδεικνύεται ως πρόβλημα, όμως αποτέλεσε μέσα στην πανδημία ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Το δίκτυο των φαρμακείων διασπαρμένο σε όλη την επικράτεια βοήθησε καθοριστικά στις στοχεύσεις της Πολιτείας, γεγονός που αναγνωρίστηκε από όλους. Άλλωστε οι φαρμακοποιοί, και ιδιαίτερα όσοι βρίσκονται σε ακριτικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές και νησιά, στηρίζουν κατά τρόπο ουσιαστικό και αποκλειστικό την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ), πολλές φορές υποκαθιστώντας υπηρεσίες επείγουσας ιατρικής βοήθειας για οτιδήποτε χρειαστεί, λόγω ανυπαρξίας άλλων δομών υγείας και διαθέσιμου ιατρονοσηλευτικού προσωπικού.
Τα προβλήματα της τρέχουσας φαρμακευτικής πολιτικής
Το περιβάλλον καθίσταται ολοένα και περισσότερο μη βιώσιμο, κρατώντας τη δυναμική και τις δυνατότητες ανάπτυξης ενός ολόκληρου κλάδου καθηλωμένες, λόγω του κρατικού προϋπολογισμού για το φάρμακο, οποίος δεν έχει αναθεωρηθεί και παραμένει κλειδωμένος μέσα στο πλαίσιο του μνημονίου παρακολουθώντας ως δαπάνη το 1% του ΑΕΠ. Η φαρμακευτική πολιτική δεν μπορεί να είναι όρος ταυτόσημος με τη φαρμακευτική δαπάνη, ώστε να προβάλλονται ως μόνοι στόχοι συγκράτηση του κόστους, διαχείριση των ελλειμμάτων και ευημερία των οικονομικών δεικτών. Πρέπει να αναδειχθούν τα ποιοτικά και τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά των παρεχόμενων υπηρεσιών από τους επαγγελματίες υγείας στο χώρο του φαρμάκου, αναγκαιότητα για την αναβάθμισή τους, καθώς και τα πολλαπλά οφέλη που επιφέρουν για τον πολίτη.